Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Τόμας Έμλιν—Βλάσφημος ή Υπέρμαχος της Αλήθειας;

Τόμας Έμλιν—Βλάσφημος ή Υπέρμαχος της Αλήθειας;

ΠΟΙΟΣ ήταν ο Τόμας Έμλιν, και τι τον υποκίνησε να πάρει θέση υπέρ της αλήθειας; Τι μαθαίνουμε από αυτόν που θα μπορούσε να μας βοηθήσει σήμερα;

Για να απαντήσουμε, ας ανατρέξουμε στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου στην Αγγλία και στην Ιρλανδία. Η Εκκλησία της Αγγλίας είχε τότε μεγάλη δύναμη. Προτεσταντικές ομάδες, αλλά και Προτεστάντες ατομικά, είχαν έρθει σε ρήξη με αυτήν.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ;

Σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο Τόμας Έμλιν στις 27 Μαΐου 1663, στο Στάμφορντ του Λίνκολνσερ στην Αγγλία. Στα 19 του εκφώνησε το πρώτο του κήρυγμα. Αργότερα, έγινε προσωπικός ιερέας μιας κόμισσας στο Λονδίνο, ενώ μετέπειτα εγκαταστάθηκε στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας.

Εκεί άρχισε τελικά να ιερουργεί σε κάποιον ενοριακό ναό. Με την πάροδο του χρόνου, ο Έμλιν υπηρέτησε ως ιερέας σε διάφορα μέρη, μεταξύ αυτών και στο Δουβλίνο.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ;

Εκείνα τα χρόνια, ο Έμλιν μελετούσε προσεκτικά την Αγία Γραφή. Οι μελέτες του τον έκαναν να αμφιβάλλει για την Τριάδα, μολονότι αρχικά πίστευε σε αυτήν. Ερευνώντας τα Ευαγγέλια, πείστηκε ότι υποστήριζαν τη βελτιωμένη κατανόησή του.

Ο Έμλιν δεν αποκάλυψε αμέσως τι είχε διαπιστώσει. Εντούτοις, μερικοί ενορίτες του στο Δουβλίνο πρόσεξαν ότι δεν ανέφερε την Τριάδα στα κηρύγματά του. Επειδή ήξερε ότι οι διαπιστώσεις του δεν θα άρεσαν, έγραψε: «Δεν ελπίζω ότι θα συνεχίσω στην παρούσα θέση μου, άπαξ και διατυπώσω δημόσια τις απόψεις μου». Τον Ιούνιο του 1702, δύο συνεργάτες του απαίτησαν να μάθουν γιατί παρέλειπε την Τριάδα από τα κηρύγματά του. Ο Έμλιν παραδέχτηκε ότι δεν πίστευε πια σε αυτήν και υπέβαλε την παραίτησή του.

Το έργο του Έμλιν στο οποίο αποδείκνυε από τη Γραφή γιατί ο Ιησούς δεν μπορεί να είναι ο Υπέρτατος Θεός

Σε λίγες μέρες, έφυγε από το Δουβλίνο και γύρισε στην Αγγλία. Ύστερα, όμως, από δέκα εβδομάδες, επέστρεψε για να τακτοποιήσει ορισμένες υποθέσεις, με στόχο να μετακομίσει μόνιμα στο Λονδίνο. Κατά την παραμονή του εκεί, και ελπίζοντας να τεκμηριώσει τις απόψεις του, εξέδωσε το έργο Μια Ταπεινή Έρευνα στη Γραφική Αφήγηση για τον Ιησού Χριστό (An Humble Inquiry Into the Scripture-Account of Jesus Christ). Σε αυτό αποδείκνυε με σαφήνεια από τη Γραφή γιατί ο Ιησούς δεν μπορεί να είναι ο Υπέρτατος Θεός. Κάποια μέλη της πρώην εκκλησίας του στο Δουβλίνο εξοργίστηκαν και υπέβαλαν επίσημη καταγγελία εναντίον του.

Ο Έμλιν συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της Βασίλισσας στο Δουβλίνο στις 14 Ιουνίου 1703. Σύμφωνα με το έργο του Αντικειμενική Εξιστόρηση της Δίκης (True Narrative of the Proceedings), τον κατηγόρησαν «για τη συγγραφή και έκδοση ενός βιβλίου στο οποίο, υποτίθεται, ότι είχα ισχυριστεί βλάσφημα, κακόβουλα, κτλ. πως ο Ιησούς Χριστός δεν είναι ίσος με τον Θεό τον Πατέρα». Επρόκειτο για παρωδία δίκης. Στα έδρανα  κάθονταν και εφτά επίσκοποι της Εκκλησίας της Ιρλανδίας. Στον Έμλιν δεν επιτράπηκε να απολογηθεί. Ο Ρίτσαρντ Λέβινς, επιφανής δικηγόρος, του είπε ότι θα τον καταδίωκαν «σαν λύκο, χωρίς νόμους ή κανονισμούς». Κατά την ολοκλήρωση της δίκης, ο Λόρδος Ρίτσαρντ Πάιν, αρχιδικαστής της Ιρλανδίας, είπε στους ενόρκους πως, αν δεν κατέληγαν στην αναμενόμενη ετυμηγορία, «ήταν παρόντες οι κύριοί [του] οι επίσκοποι», υπονοώντας ίσως ότι θα τιμωρούνταν ανάλογα.

«Υποφέρω για αυτό που θεωρώ ότι είναι η αλήθεια και η δόξα του [Θεού]».—Τόμας Έμλιν

Όταν ο Έμλιν κρίθηκε ένοχος, ο νομικός σύμβουλος του στέμματος του πρότεινε να αναιρέσει, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Του επέβαλαν πρόστιμο και τον καταδίκασαν σε φυλάκιση ενός έτους. Επειδή αδυνατούσε να πληρώσει, έμεινε στη φυλακή δύο χρόνια ώσπου ένας φίλος έπεισε τις αρχές να μειώσουν το ποσό. Αποφυλακίστηκε στις 21 Ιουλίου 1705. Λόγω του εξευτελισμού που υπέστη, δήλωσε όπως αναφέρθηκε παραπάνω: «Υποφέρω για αυτό που θεωρώ ότι είναι η αλήθεια και η δόξα του [Θεού]».

Ο Έμλιν μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου τελικά συνδέθηκε με τον Γουίλιαμ Γουίστον, έναν άλλον Βιβλικό λόγιο ο οποίος είχε εξοστρακιστεί επειδή δημοσίευε αυτό που θεωρούσε Γραφική αλήθεια. Ο Γουίστον σεβόταν τον Έμλιν και τον αποκαλούσε “πρώτο και κυριότερο απολογητή της παλαιάς χριστιανοσύνης”.

ΓΙΑΤΙ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ;

Όπως ο Γουίλιαμ Γουίστον και ο αξιοσέβαστος λόγιος Ισαάκ Νεύτων, έτσι και ο Έμλιν διαπίστωσε ότι η Γραφή δεν υποστηρίζει το δόγμα της Τριάδας το οποίο διατυπώνεται στο Σύμβολο Πίστης του Αθανασίου. Ο Έμλιν εξήγησε: «Ύστερα από πολύ σοβαρή σκέψη και μελέτη της Αγίας Γραφής, . . . βρήκα ισχυρούς λόγους . . . να αλλάξω την άποψή μου για την Τριάδα». Συμπέρανε ότι «μόνο ο Θεός και Πατέρας του Ιησού Χριστού είναι το Υπέρτατο Ον».

Τι οδήγησε τον Έμλιν σε αυτό το συμπέρασμα; Εντόπισε πολλά εδάφια που επισημαίνουν διαφορές ανάμεσα στον Ιησού και στον Πατέρα Του. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα (τα σχόλια του Έμλιν για τα εδάφια είναι με πλάγια γράμματα):

  •  Ιωάννης 17:3: «Πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο Χριστός είναι ο ένας Θεός ή Θεός με την έννοια του μοναδικού Θεού». Μόνο ο Πατέρας αποκαλείται “ο μόνος αληθινός Θεός”.

  •  Ιωάννης 5:30: «Ο Γιος δεν κάνει το δικό του θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα».

  •  Ιωάννης 5:26: «Έλαβε τη ζωή του από τον Πατέρα».

  •  Εφεσίους 1:3: «Ενώ ο Ιησούς Χριστός χαρακτηρίζεται συνήθως Γιος του Θεού, ο Πατέρας δεν χαρακτηρίζεται πουθενά Πατέρας του Θεού, μολονότι συχνά αποκαλείται Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού».

Αφού ο Έμλιν εξέτασε όλα τα στοιχεία, δήλωσε κατηγορηματικά: «Δεν υπάρχει ούτε ένα εδάφιο στην Αγία Γραφή για το οποίο να μπορούμε έστω να ισχυριστούμε ότι λέει ξεκάθαρα πως ο Πατέρας, ο Γιος και το Άγιο Πνεύμα είναι η ίδια οντότητα».

ΠΟΙΟ ΜΑΘΗΜΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ;

Πολλοί σήμερα διστάζουν να πάρουν θέση υπέρ των όσων διδάσκει η Γραφή. Ο Έμλιν, όμως, ήταν διατεθειμένος να υπερασπιστεί τη Γραφική αλήθεια. Έθεσε το ερώτημα: «Αν κάποιος δεν ομολογεί τις πιο σημαντικές αλήθειες τις οποίες η Αγία Γραφή υποστηρίζει ξεκάθαρα και ολοφάνερα, για ποιο λόγο να τη διαβάζει και να την ερευνάει;» Εκείνος δεν συμβιβάστηκε όσον αφορά την αλήθεια.

Το παράδειγμα του Έμλιν και άλλων μας υποκινεί να εξετάσουμε αν είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε θέση υπέρ της αλήθειας παρά την περιφρόνηση. Μπορούμε και εμείς να αναρωτηθούμε: “Τι είναι πιο σημαντικό—οι τιμές και η επιδοκιμασία του κόσμου ή η υπεράσπιση της αλήθειας του Λόγου του Θεού;”